Πίνοντας έναν καϊμακλή καφέ


Στο μάθημα της προηγούμενης εβδομάδας με την καλή μας μαθήτρια Concepcion από την Ισπανία, έγινε συζήτηση για το καϊμάκι (Τουρκική λέξη) το οποίο αποτελεί βασικό στοιχείο του καλού Ελληνικού καφέ.
Όλα ξεκίνησαν από το εξαιρετικό σατυρικό ποίημα του Γ. Σουρή “Ο Ρωμηός”, που γράφτηκε πριν από 100 χρόνια, αλλά παρουσιάζει πολύ καλά έναν χαρακτηριστικό Έλληνα. Εκεί υπάρχουν οι στίχοι:

Ὁ Ῥωμηός
Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος, 
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ, 
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος, 
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω, 
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές, 
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις, 
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω, 
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ, 
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο, 
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ, 
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω, 
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω, 
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω, 
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Στὸν καφετζῆ ξεσπάω… φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ, 
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει, 
καὶ τέλος… δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.

Το μάθημα συνεχίστηκε στο όμορφο μικρό καφενείο της οδού Ρεθύμνου 8, όπου κατά το διευθυντή μας μπορεί κανείς να πιεί τον ωραιότερο Ελληνικό καφέ της Αθήνας.
Πρέπει να πούμε ότι σε ένα παραδοσιακό καφενείο, αν παραγγήλεις Ελληνικό καφέ και στον φέρουν χωρίς σωστό καϊμάκι, μπορείς να τον επιστρέψεις και να ζητήσεις να σου φέρουν έναν άλλο.

Αφήστε μια απάντηση